Ο ΛΑΙΜΑΡΓΟΣ  ΛΥΚΟΣ

Στου βουνου στους φινους τοπους

μακρια  από τους ανθρωπους

ζουσε ατρωτος ο Νικος,

λαιμαργος πανουργος λυκος.

 

Χιονι σκεπασε τον τοπο

επρεπε να βρει έναν τροπο

την κοιλια του να γεμισει

και την πεινα του να σβησει.

 

Και καθως δεν ειχε αφησει

τιποτα για να τσιμπησει,

ψυχραιμος και αφρατος

με συνειδηση γεματος

αποφασισε πως πρεπει

στο χωριο πια να κατεβει.

 

Στη ταβερνα του Θαναση

εκανε την πρωτη σταση.

Εκει εφαγε ότι βρηκε

Μα πεινωντας παλι ειπε

((δεν πεταγομαι ως τον Γιαννη

τον φιλοξενο τσομπανι

που’χει παντα στο κατωι

διαλεχτα τυρια από σοι?))

 

Ετσι εκανε και πηγε

στο κατωι μεσα μπηκε

ωθησε μια πετρουλα

παραδιπλα από την πορτουλα.

 

 

Μπρος στα λαιμαργα του ματια

κρεατα τυρια στα ραφια

Από πού λοιπον ν’αρχισει

την κοιλια του να γεμισει?

 

Με μεγαλη βουλιμια

δεν αφηνει ουτε μια

στην κοιλια του σπιθαμη

που να μεινει αδειανη.

 

Κανει τοτε να κινησει

στη φωλια του να γυρισει

μα στη τρυπα όταν φτανει

βλεπει πια πως δεν τον βανει

 

Σφηνωσε λοιπον στη τρυπα

και δεν ξερω αν σας το ειπα

παραμενει ακομα εκει

αφου δεν μπορει να βγει!

 

Διαιτα λοιπον θα κανει

μια και το’χει παρακανει

μεχρι ν’αδυνατισει

στη φωλια του να γυρισει.

 

Πηρε πια το μαθημα του

απο αυτό το παθημα του

στην υποληπη ζωη του

θα εχει μετρο το φαι του…

                                             

Γκεκτση  Μαργαριτα.